διασπουδάζω

διασπουδάζω,
A do zealously:—and [voice] Pass., to be anxiously done or looked to,

τί μάλιστα ἐν ἁπασι διεσπούδασται τοῖς νόμοις; D.20.157

, cf. 23.78: c. inf., δ. μὴ λαβεῖν ὑμᾶς ib.182;

διεσπούδαστο ἐλθεῖν J.AJ 15.8.1

; διεσπουδάζετο abs., Arr.An.7.23.8.
2 to be zealous,

περί τι D.H.Lys.14

.
II employ electoral corruption, D.C.36.38: in [tense] fut. [voice] Med., Id.52.20.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασπουδάζω — (Α) 1. ασχολούμαι με ζήλο 2. ανταγωνίζομαι με κάποιον για την εξουσία …   Dictionary of Greek

  • διασπουδάζουσιν — διασπουδάζω do zealously pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασπουδάζω do zealously pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) διασπουδάζω do zealously pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασπουδάζω do …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσπουδασμένα — διασπουδάζω do zealously perf part mp neut nom/voc/acc pl διεσπουδασμένᾱ , διασπουδάζω do zealously perf part mp fem nom/voc/acc dual διεσπουδασμένᾱ , διασπουδάζω do zealously perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπουδάζεται — διασπουδάζω do zealously pres ind mp 3rd sg διασπουδάζω do zealously pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπουδάζων — διασπουδάζω do zealously pres part act masc nom sg διασπουδάζω do zealously pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπουδάσαντες — διασπουδάζω do zealously aor part act masc nom/voc pl διασπουδάζω do zealously aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπουδάσονται — διασπουδάζω do zealously fut ind mid 3rd pl διασπουδάζω do zealously fut ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσπουδακότα — διασπουδάζω do zealously perf part act neut nom/voc/acc pl διασπουδάζω do zealously perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσπουδασμέναι — διασπουδάζω do zealously perf part mp fem nom/voc pl διεσπουδασμένᾱͅ , διασπουδάζω do zealously perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσπουδασμένον — διασπουδάζω do zealously perf part mp masc acc sg διασπουδάζω do zealously perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσπουδασμένων — διασπουδάζω do zealously perf part mp fem gen pl διασπουδάζω do zealously perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.